στο λεξικό PONS
δι|ακόπτω <-έκοψα, -ακόπηκα, -ακομμένος> [ðiaˈkɔptɔ] VERB μεταβ
1. διακόπτω (προκαλώ προσωρινή παύση):
- διακόπτω
- unterbrechen
- μη με διακόπτεις
- unterbrich mich nicht
- μη διακόπτεις τη κουβέντα μας
- unterbrich uns jetzt nicht
2. διακόπτω (προκαλώ οριστική παύση):
- διακόπτω
- abbrechen
- οι διαπραγματεύσεις διακόπηκαν
- die Verhandlungen wurden abgebrochen
- διακόπτω τις διπλωματικές σχέσεις με την Χ
- die diplomatischen Beziehungen zu X abbrechen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- διακόπτω την εγκυμοσύνη
- die Schwangerschaft abbrechen
- διακόπτω τις διαπραγματεύσεις
- die Verhandlungen unterbrechen
- διακόπτω τις διπλωματικές σχέσεις με την Χ
- die diplomatischen Beziehungen zu X abbrechen