στο λεξικό PONS
εργάτης (εργάτρια) [ɛrˈɣatis, ɛrˈɣatria] SUBST αρσ (θηλ)
- εργάτης (εργάτρια)
- Arbeiter(in) αρσ (θηλ)
- εργάτης αποθήκης
- Lagerarbeiter αρσ
- ειδικευμένος εργάτης
- Facharbeiter αρσ
- ανειδίκευτος εργάτης
- ungelernter Arbeiter αρσ
- βιομηχανικός εργάτης
- Industriearbeiter αρσ
- βοηθητικός εργάτης
- Aushilfsarbeiter αρσ
- εργάτης οικοδομών
- Bauarbeiter αρσ
- εργάτης σε ανθρακωρυχείο
- Bergarbeiter αρσ
- εργάτης σε ανθρακωρυχείο
- Bergmann αρσ
- εργάτης εργοστασίου/σε εργοστάσιο
- Fabrikarbeiter αρσ
- εργάτης σε χωράφι
- Feldarbeiter αρσ
- ημερομίσθιος εργάτης
- Tagelöhner αρσ
- μόνιμος εργάτης
- festangestellter Arbeiter αρσ
- αλλοδαποί εργάτες
- ausländische Arbeitnehmer αρσ πλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ειδικευμένος εργάτης
- Facharbeiter αρσ
- εργάτης αποθήκης
- Lagerarbeiter αρσ
- ανειδίκευτος εργάτης
- ungelernter Arbeiter αρσ
- βιομηχανικός εργάτης
- Industriearbeiter αρσ
- βοηθητικός εργάτης
- Aushilfsarbeiter αρσ