στο λεξικό PONS
I. επ|ιβάλλω <-έβαλα, -ιβλήθηκα, -ιβεβλημένος> [ɛpiˈvalɔ] VERB μεταβ
1. επιβάλλω (εδραιώνω με τη βία):
- επιβάλλω
- auferlegen
- επιβάλλω ένα καθήκον/μια τιμωρία/νέους φόρους/όρους σε κάποιον
- jdm eine Pflicht/Strafe/neue Steuern/Bedingungen auferlegen
- επιβάλλω τη θέλησή μου
- seinen Willen durchsetzen
- επιβάλλω τάξη
- Ordnung schaffen
- ο γιατρός επέβαλε …
- der Arzt hat … verordnet
2. επιβάλλω (αναγκάζω):
- επιβάλλω
- zwingen
- επιβάλλω σε κάποιον να κάνει κάτι
- jdn dazu zwingen, etw zu tun
- μου το επέβαλε
- er hat mich dazu gezwungen
II. επιβάλλομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. επιβάλλομαι (αποκτώ κύρος):
- επιβάλλομαι
- sich durchsetzen
- ξέρει πώς να επιβάλλεται
- er kann sich durchsetzen, er weiß sich durchzusetzen
- δεν ξέρει να επιβληθεί στους μαθητές του
- er kann sich bei seinen Schülern nicht durchsetzen
ιδιωτισμοί:
- επιβάλλεται (είναι ανάγκη)
- es ist nötig
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- επιβάλλω αποκλεισμό
- ein Embargo verhängen
- επιβάλλω τάξη
- Ordnung schaffen
- επιβάλλω περιορισμούς
- Beschränkungen auferlegen
- επιβάλλω φόρους
- Steuern erheben
- επιβάλλω πρόστιμο
- ein Bußgeld verhängen