στο λεξικό PONS
I. νικ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [niˈkɔ] VERB μεταβ
1. νικώ (κάποιον):
- νικώ
- besiegen
- τον νίκησε
- er hat ihn besiegt
2. νικώ (σε παιχνίδι):
- νικώ
- schlagen
- με νίκησε
- er hat mich geschlagen
3. νικώ (υπερνικώ):
- νικώ
- überwinden
II. νικ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [niˈkɔ] VERB αμετάβ
- νικώ
- siegen
- νίκησε
- er hat gesiegt
νικώ VERB
- νικιέμαι
- unterliegen