στο λεξικό PONS
ευαίσθητ|ος <-η, -ο> [ɛˈvɛsθitɔs] ΕΠΊΘ
1. ευαίσθητος (ευπαθής):
- ευαίσθητος
- empfindlich
- υπερβολικά ευαίσθητος
- überempfindlich
- το ευαίσθητο σημείο ουδ του
- sein wunder Punkt αρσ
- εξαιρετικά ευαίσθητος (μηχάνημα)
- hochempfindlich
- ευαίσθητος στο φως
- lichtempfindlich
- ευαίσθητος στη ζέστη
- hitzeempfindlich
2. ευαίσθητος (που έχει λεπτά αισθήματα):
- ευαίσθητος
- sensibel
3. ευαίσθητος (όργανο μέτρησης):
- ευαίσθητος
- sehr genau
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εξαιρετικά ευαίσθητος (μηχάνημα)
- hochempfindlich
- υπερβολικά ευαίσθητος
- überempfindlich
- είναι υπερβολικά ευαίσθητος
- er ist übermäßig/außerordentlich empfindlich
- ευαίσθητος στο φως
- lichtempfindlich
- ευαίσθητος στη ζέστη
- hitzeempfindlich