στο λεξικό PONS
I. υπεύθυν|ος <-η, -ο> [iˈpɛfθinɔs] ΕΠΊΘ (που έχει την ευθύνη, ένοχος)
- υπεύθυνος για
- verantwortlich für
- ποινικά υπεύθυνος ΝΟΜ
- strafrechtlich haftbar
II. υπεύθυν|ος <-η, -ο> [iˈpɛfθinɔs] SUBST αρσ/θηλ
- υπεύθυνος
- Verantwortliche(r) mf
- ο βασικός/κύριος υπεύθυνος
- der Hauptverantwortliche αρσ
- υπεύθυνος ένταξης
- Integrationsbeauftragter αρσ
- υπεύθυνη ένταξης
- Integrationsbeauftragte θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ποινικά υπεύθυνος ΝΟΜ
- strafrechtlich haftbar
- υπεύθυνος ένταξης
- Integrationsbeauftragter αρσ
- είναι εξίσου υπεύθυνος για …
- er ist gleichermaßen verantwortlich für …
- ο βασικός/κύριος υπεύθυνος
- der Hauptverantwortliche αρσ