στο λεξικό PONS
I. αποσύρ|ω <-α, -θηκα, -μένος> [apɔˈsirɔ] VERB μεταβ
1. αποσύρω (στρατεύματα):
- αποσύρω
- abziehen
2. αποσύρω (χρήματα από τράπεζα):
- αποσύρω
- abheben
3. αποσύρω (αίτηση):
- αποσύρω
- zurückziehen
II. αποσύρομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. αποσύρομαι:
- αποσύρομαι
- sich zurückziehen
2. αποσύρομαι (για στρατεύματα):
- αποσύρομαι
- abziehen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αποσύρω από την κυκλοφορία
- aus dem Verkehr ziehen