στο λεξικό PONS
εντύπωσ|η <-εις> [ɛnˈdipɔsi] SUBST θηλ
- εντύπωση
- Eindruck αρσ
- ποιες είναι οι εντυπώσεις σου από …
- was sind deine Eindrücke von …
- προκαλεί εντύπωση
- es beeindruckt
- μου έκανε εντύπωση
- es hat mich beeindruckt
- μου έκανε εντύπωση η συμπεριφορά της
- ihr Verhalten hat mich beeindruckt
- κάνω καλή/κακή εντύπωση σε κάποιον
- auf jdn einen guten/schlechten Eindruck machen
- μου έκανε καλή εντύπωση
- er/sie hat einen guten Eindruck auf mich gemacht
- αφήνω την εντύπωση ότι …
- den Eindruck hinterlassen, dass …
- είχα την εντύπωση ότι …
- ich hatte den Eindruck, dass …
- η συμπεριφορά της δίνει την εντύπωση ότι θέλει να …
- ihr Verhalten erweckt den Eindruck, als wolle sie …
- προσπαθούσε να κάνει εντύπωση
- er wollte Eindruck schinden
- η πρώτη εντύπωση
- der erste Eindruck αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- προκαλεί εντύπωση
- es beeindruckt
- αφήνω την εντύπωση ότι …
- den Eindruck hinterlassen, dass …
- είχα την εντύπωση ότι …
- ich hatte den Eindruck, dass …
- μου έκανε καλή εντύπωση
- er/sie hat einen guten Eindruck auf mich gemacht
- προσπαθούσε να κάνει εντύπωση
- er wollte Eindruck schinden