στο λεξικό PONS
δέχ|ομαι <-τηκα> [ˈðɛxɔmɛ] VERB αποθ ρήμα μεταβ
1. δέχομαι (προσφορά, πρόσκληση):
- δέχομαι
- annehmen
2. δέχομαι (δέμα, δώρο):
- δέχομαι
- entgegennehmen
3. δέχομαι (παραδέχομαι, ομολογώ):
- δέχομαι
- zugeben
- δεν το δέχτηκε
- er gab es nicht zu
4. δέχομαι (μένω σύμφωνος):
- δέχομαι κάτι
- mit etw einverstanden sein
5. δέχομαι (αναγνωρίζω):
- δέχομαι
- akzeptieren
6. δέχομαι (υποδέχομαι):
- δέχομαι
- empfangen
- δέχομαι κάποιον σε ακρόαση
- jdn in Audienz empfangen
- ας δεχτούμε ότι …
- nehmen wir mal an, dass …
- δέχομαι κάτι αδιαμαρτύρητα
- etw klaglos hinnehmen
- δε δέχομαι κουβέντα!
- dazu will ich jetzt nichts mehr hören!
- τον άσπρο θα πάρουμε και δε δέχομαι κουβέντα!
- den weißen nehmen wir, und dabei bleibt's!
δέχομαι VERB
- δέχομαι (επιτρέπω)
- zulassen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δέχομαι κάτι
- mit etw einverstanden sein
- δέχομαι κάτι χωρίς διαμαρτυρία
- etw klaglos hinnehmen
- δέχομαι επίδραση από κάτι
- von etw beeinflusst werden
- δέχομαι κάποιον σε ακρόαση
- jdn in Audienz empfangen
- δε δέχομαι κουβέντα!
- dazu will ich jetzt nichts mehr hören!