στο λεξικό PONS
ασθένεια [asˈθɛnia] SUBST θηλ
1. ασθένεια (έλλειψη δύναμης):
- ασθένεια
- Schwäche θηλ
2. ασθένεια (αρρώστια):
- ασθένεια
- Krankheit θηλ
- ασθένεια ανεπάρκειας
- Mangelkrankheit θηλ
- ζωική ασθένεια
- Tierkrankheit θηλ
- παιδική ασθένεια
- Kinderkrankheit θηλ
- πνευματική/ψυχική ασθένεια
- geistige/psychische Erkrankung θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- παιδική ασθένεια
- Kinderkrankheit θηλ
- εκφυλιστική ασθένεια
- degenerative Krankheit θηλ
- ενδοκρινική ασθένεια
- endokrine Erkrankung θηλ
- ασθένεια ανεπάρκειας
- Mangelkrankheit θηλ
- ζωική ασθένεια
- Tierkrankheit θηλ