στο λεξικό PONS
θλιμμέν|ος <-η, -ο> [θliˈmɛnɔs] ΕΠΊΘ
- θλιμμένος
- betrübt
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- θιασώτης
- Θιβέτ
- Θιβετάνος
- θίγω
- θίνα
- θλιμμένος
- θλιπτικός
- θλίψη
- θνησιγενής
- θνησιμότητα
- θνήσκον