στο λεξικό PONS
επαιν|ώ <-είς, -εσα, -έθηκα, -εμένος> [ɛpɛˈnɔ] VERB μεταβ
- επαινώ για
- loben für
- επαινώ κάποιον ως τα ουράνια
- jdn in den Himmel heben
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- επαινώ κάποιον ως τα ουράνια
- jdn in den Himmel heben