στο λεξικό PONS
I. κοντ|αίνω <-υνα> [kɔnˈdɛnɔ] VERB μεταβ (κάνω κοντύτερο)
- κονταίνω
- kürzen
II. κοντ|αίνω <-υνα> [kɔnˈdɛnɔ] VERB αμετάβ (γίνομαι κοντύτερος)
- κονταίνω
- kürzer werden
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.