στο λεξικό PONS
θάλαμος [ˈθalamɔs] SUBST αρσ
1. θάλαμος ΜΗΧΑΝΙΚΉ (και γενικά: μικρός χώρος, δωμάτιο):
- θάλαμος
- Kammer θηλ
- θάλαμος αέρος
- Luftkammer θηλ
- θάλαμος αερίων
- Gaskammer θηλ
- θάλαμος βαλβίδων
- Ventilkammer θηλ
- θάλαμος δοκιμών
- Versuchskammer θηλ
- θάλαμος θέρμανσης
- Heizraum αρσ
- θάλαμος καύσης (μηχανής)
- Verbrennungsraum αρσ
2. θάλαμος (καμπίνα):
- θάλαμος
- Kabine θηλ
- σκοτεινός θάλαμος
- Dunkelkammer θηλ
- θάλαμος πιλότου
- Cockpit ουδ
- θάλαμος υπό πίεση
- Druckkabine θηλ
- τηλεφωνικός θάλαμος
- Telefonzelle θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- θάλαμος αρσ μάγματος
- Magmakammer θηλ
- θάλαμος αρσ σχάσεων
- Spaltungskammer θηλ
- θάλαμος αρσ θέρμανσης
- Heizraum αρσ
- θάλαμος αρσ ιοντισμού
- Ionisationskammer θηλ
- θάλαμος αρσ κατάψυξης (μέσα σε ψυγείο)
- Gefrierfach ουδ
Αναζήτηση στο λεξικό
- Ηώκαινο
- ηώς
- θ
- θα
- θάβω
- θάλαμος
- θάλασσα
- θαλασσασφάλεια
- θαλασσής
- θαλασσινά
- θαλασσινός