στο λεξικό PONS
I. τρελ|αίνω <-ανα, -άθηκα, -αμένος> [trɛˈlɛnɔ] VERB μεταβ
- τρελαίνω
- verrückt machen
- θα με τρελάνεις εσύ!
- du machst mich noch verrückt!
II. τρελαίνομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. τρελαίνομαι (παραφρονώ):
- τρελαίνομαι
- verrückt werden
- τρελάθηκες;
- bist du verrückt (geworden)?
2. τρελαίνομαι (με τραβάει κάτι εξαιρετικά):
- τρελαίνομαι για κάτι/κάποιον
- verrückt nach etw/jdm sein
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.