στο λεξικό PONS
I. χημικ|ός <-ή, -ό> [çimiˈkɔs] ΕΠΊΘ
- χημικός
- chemisch
- χημική ανάλυση
- chemische Analyse θηλ
- χημικό ατύχημα
- Chemieunfall αρσ
- χημική βιομηχανία
- chemische Industrie θηλ
- χημική ένωση
- chemische Verbindung θηλ
- χημικό στοιχείο
- chemisches Element ουδ
- χημικό σύμβολο ουδ (στοιχείου)
- chemisches Zeichen ουδ
II. χημικ|ός <-ή, -ό> [çimiˈkɔs] SUBST mf
- χημικός
- Chemiker(in) αρσ (θηλ)
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- χημικός μεσολαβητής
- chemischer Mediator αρσ
- χημικός τύπος
- chemische Formel θηλ
- χημικός μηχανικός
- Chemieingenieur(in) αρσ (θηλ)
- χημικός δεσμός
- chemische Bindung θηλ
- χημικός πόλεμος
- chemischer Krieg αρσ