στο λεξικό PONS
εξουσιοδοτ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [ɛksusiɔðɔˈtɔ] VERB μεταβ
- εξουσιοδοτώ κάποιον
- bevollmächtigen jdn
- εξουσιοδοτώ κάποιον εν λευκώ μτφ
- jdm völlig freie Hand lassen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εξουσιοδοτώ κάποιον εν λευκώ μτφ
- jdm völlig freie Hand lassen