στο λεξικό PONS
μπαίνω <μπήκα, μπασμένος> [ˈbɛnɔ] VERB αμετάβ
1. μπαίνω (πηγαίνω μέσα):
- μπαίνω
- hineingehen
- μπαίνω σε λεπτομέρειες
- auf Einzelheiten eingehen
- μπαίνω στη σύνταξη
- in Pension gehen
- μπαίνω στη μέση (ανακατεύομαι)
- sich einmischen
- μπάτε σκύλοι αλέστε και αλεστικά μη δώστε παροιμ (ως σχόλιο)
- da macht jeder, was er will
2. μπαίνω (έρχομαι μέσα):
- μπαίνω
- hereinkommen
3. μπαίνω (σε όχημα):
- μπαίνω
- einsteigen
- μπες (μέσα)!
- steig ein!
4. μπαίνω (με όχημα):
- μπήκε με το αυτοκίνητό του στην αυλή
- er ist mit seinem Auto in den Hof gefahren
- το τρένο μπήκε στο σταθμό
- der Zug ist in den Bahnhof eingefahren
5. μπαίνω (ρούχο: μαζεύω):
- μπαίνω
- einlaufen
6. μπαίνω οικ (καταλαβαίνω):
- μπαίνω
- kapieren
- μπήκες;
- hast du kapiert?
- μπαίνω στο νόημα
- verstehen
- δεν μπαίνει στο νόημα γρήγορα
- er ist schwer von Begriff
7. μπαίνω (για ηλικία):
- μπήκε στα 16 (έκλεισε τα 15)
- er ist 15 geworden
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μπαίνω συρτός
- hineinkriechen
- μπαίνω στα χωράφια κάποιου
- in jds Bereich geraten
- μπαίνω στο πνεύμα κάποιου
- jdn begreifen
- μπαίνω στην τελική ευθεία
- in die Zielgerade einlaufen
- μπαίνω στη μύτη κάποιου μτφ
- jdn aufregen