στο λεξικό PONS
όρασ|η <-εις> [ˈɔrasi] SUBST θηλ
1. όραση (αίσθηση):
- όραση
- Gesichtssinn αρσ
- χάνω την όρασή μου
- sein Augenlicht verlieren
- φυσιολογική όραση
- Normalsichtigkeit θηλ
- διόφθαλμη όραση
- zweiäugiges Sehen ουδ
- έμμεση όραση
- indirektes Sehen ουδ
- ικανότητα θηλ όρασης
- Sehleistung θηλ
- πεδίο ουδ όρασης
- Gesichtsfeld ουδ
2. όραση (ικανότητα των ματιών):
- όραση
- Sehkraft θηλ
- όραση
- Sehleistung θηλ
- η όρασή του ελαττώνεται
- seine Sehkraft lässt nach
- διπλή όραση ΙΑΤΡ
- Doppelbilder ουδ πλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- φυσιολογική όραση
- Normalsichtigkeit θηλ
- διόφθαλμη όραση
- zweiäugiges Sehen ουδ
- έμμεση όραση
- indirektes Sehen ουδ
- διπλή όραση ΙΑΤΡ
- Doppelbilder ουδ πλ
- η όρασή του ελαττώνεται
- seine Sehkraft lässt nach