στο λεξικό PONS
I. χασομερ|ώ <-άς, -ησα> [xasɔmɛˈrɔ] VERB αμετάβ
1. χασομερώ (χάνω την ώρα μου):
- χασομερώ
- herumbummeln
2. χασομερώ (περνώ την ώρα μου):
- χασομερώ
- die Zeit totschlagen
3. χασομερώ (χρονοτριβώ, καθυστερώ):
- χασομερώ
- trödeln
II. χασομερ|ώ <-άς, -ησα> [xasɔmɛˈrɔ] VERB μεταβ (κάποιον)
- χασομερώ
- aufhalten