στο λεξικό PONS
συναυλία [sinaˈvlia] SUBST θηλ
- συναυλία
- Konzert ουδ
συναυλία SUBST
- δίνω συναυλία
- ein Konzert geben
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ευεργετική συναυλία
- Benefizkonzert ουδ
- μια συναυλία υπέρ των …
- ein Konzert zugunsten der …