στο λεξικό PONS
I. λαχταρ|ώ <-άς, -ησα, -ισμένος> [laxtaˈrɔ] VERB μεταβ
1. λαχταρώ (ποθώ):
- λαχταρώ κάποιον/κάτι
- sich nach jdm/etw sehnen
2. λαχταρώ (παγωτό κτλ):
- λαχταρώ κάτι
- Appetit auf etw αιτ haben
II. λαχταρ|ώ <-άς, -ησα, -ισμένος> [laxtaˈrɔ] VERB αμετάβ
1. λαχταρώ (ψάρια):
- λαχταρώ
- zappeln
2. λαχταρώ (τρομάζω):
- λαχταρώ
- sich erschrecken
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- λαχταρώ κάτι
- Appetit auf etw αιτ haben
- λαχταρώ κάποιον/κάτι
- sich nach jdm/etw sehnen