στο λεξικό PONS
ε|κλέγω <-ξέλεξα, -κλέχτηκα, -κλεγμένος> [ɛkˈlɛɣɔ] VERB μεταβ
1. εκλέγω (διαλέγω):
- εκλέγω
- auswählen
2. εκλέγω ΠΟΛΙΤ:
- εκλέγω
- wählen
- τον εξέλεξαν δήμαρχο
- man hat ihn zum Bürgermeister gewählt
- εκλέχτηκε/εξελέγη δήμαρχος
- er wurde zum Bürgermeister gewählt
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εκλέγω ένα δήμαρχο
- einen Bürgermeister wählen