στο λεξικό PONS
επιχείρησ|η <-εις> [ɛpiˈçirisi] SUBST θηλ
1. επιχείρηση (ενέργεια):
- επιχείρηση
- Unternehmung θηλ
2. επιχείρηση (εταιρεία):
- επιχείρηση
- Unternehmen ουδ
- αγροτική επιχείρηση
- Landwirtschaftsbetrieb αρσ
- αγροτική επιχείρηση
- Agrarbetrieb αρσ
- επιχείρηση ακινήτων
- Immobiliengesellschaft θηλ
- ανταγωνιστική επιχείρηση
- Konkurrenzunternehmen ουδ
- ατομική επιχείρηση
- Einzelunternehmen ουδ
- ατομική επιχείρηση
- Einzelfirma θηλ
- βιομηχανική επιχείρηση
- Industrieunternehmen ουδ
- δημόσια επιχείρηση
- öffentliches Unternehmen ουδ
- εικονική επιχείρηση
- Scheinfirma θηλ
- εξαγωγική επιχείρηση
- Exportunternehmen ουδ
- εξαγωγική επιχείρηση
- Exporteur αρσ
- κλειστή επιχείρηση
- Personengesellschaft θηλ
- κρατική επιχείρηση
- Staatsunternehmen ουδ
- επιχείρηση του χώρου των ΜΜΕ
- Medienunternehmen ουδ
- μικρή/μεγάλη επιχείρηση
- Kleinunternehmen/Großunternehmen ουδ
- μικρομεσαίες επιχειρήσεις
- kleine und mittlere Unternehmen ουδ πλ
- μεταποιητική επιχείρηση
- Verarbeitungsbetrieb αρσ
- μικρομεσαίες επιχειρήσεις
- kleine und mittlere Unternehmen ουδ πλ
- ξενοδοχειακές επιχειρήσεις
- Hotelgewerbe ουδ ενικ
- οικογενειακή επιχείρηση
- Familienunternehmen ουδ
- οικοδομική επιχείρηση
- Bauunternehmen ουδ
- οικονομική επιχείρηση
- Wirtschaftsunternehmen ουδ
- πολυεθνική επιχείρηση
- multinationaler Konzern αρσ
- προσωπική επιχείρηση
- Einzelunternehmen ουδ
- συνεταιρική επιχείρηση
- Beteiligungsgesellschaft θηλ
- επιχείρηση παροχής υπηρεσιών
- Dienstleistungsunternehmen ουδ
- επιχείρηση Τύπου
- Presseunternehmen ουδ
- φαρμακευτική επιχείρηση
- Pharmaunternehmen ουδ
- διάρθρωση θηλ επιχείρησης
- Unternehmensstruktur θηλ
- μέγεθος ουδ (της) επιχείρησης
- Unternehmensgröße θηλ
επιχειρήση SUBST
- νεοσύστατη επιχειρήση
- neugegründetes Unternehmen, Startup
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- επιχείρηση θηλ κατεδαφίσεων
- Abbruchunternehmen ουδ
- επιχείρηση θηλ μαϊμού
- Scheinfirma θηλ
- επιχείρηση θηλ εξαγωγών
- Exportunternehmen ουδ
- κοινοπρακτική επιχείρηση
- Gemeinschaftsunternehmen ουδ
- μεταποιητική επιχείρηση
- Verarbeitungsbetrieb αρσ