στο λεξικό PONS
I. τσιγγούν|ης <-α, -ικο> [tsiŋˈgunis] ΕΠΊΘ
- τσιγγούνης
- geizig
II. τσιγγούν|ης <-α, -ικο> [tsiŋˈgunis] SUBST αρσ/θηλ
- τσιγγούνης
- Geizhals αρσ
- τσιγγούνης
- Geizkragen αρσ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.