στο λεξικό PONS
χαλί [xaˈli] SUBST ουδ
- χαλί
- Teppich αρσ
- ιπτάμενο χαλί
- fliegender Teppich αρσ
χάλι [ˈxali] SUBST ουδ (άθλια κατάσταση)
- χάλι
- schlimmer Zustand αρσ
- το δωμάτιο ήταν χάλια
- das Zimmer sah ganz schlimm aus
- είναι/νιώθει χάλια
- es geht ihm ganz schlecht
- έχεις τα χάλια σου μ' αυτό το σακάκι
- du siehst ganz furchtbar aus in diesem Jackett
- βρίσκομαι/είμαι σε κακά χάλια
- ganz schlimm dran sein
- έχει τα μαύρα του τα χάλια (είναι άρρωστος)
- er ist schwer krank
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ανατολίτικο χαλί
- Orientteppich αρσ
- ιπτάμενο χαλί
- fliegender Teppich αρσ