στο λεξικό PONS
μητρικ|ός <-ή, -ό> [mitriˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. μητρικός (σχετικός με τη μητέρα):
- μητρικός
- mütterlich, Mutter-
- μητρικό γάλα
- Muttermilch θηλ
2. μητρικός (σχετικός με τη μήτρα):
- μητρικός
- Gebärmutter-
3. μητρικός Η/Υ:
- μητρική κάρτα
- Hauptplatine θηλ
- μητρική κάρτα
- Mainboard ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μητρικός κρύσταλλος
- Mutterkristall αρσ