στο λεξικό PONS
χαζ|εύω <-εψα> [xaˈzɛvɔ] VERB αμετάβ
1. χαζεύω (κοιτάζω εδώ κι εκεί, στριφογυρίζω):
- χαζεύω
- herumbummeln
- πήγανε να χαζέψουμε λίγο στις βιτρίνες
- sie machen einen Schaufensterbummel
2. χαζεύω (αποβλακώνομαι):
- χαζεύω
- verblöden