στο λεξικό PONS
I. συντρί|βω <-ψα, -φτηκα, -μμένος> [sinˈdrivɔ] VERB μεταβ
1. συντρίβω (θρυμματίζω):
- συντρίβω
- zertrümmern, zerschmettern
2. συντρίβω (καταλυπώ):
- συντρίβω
- niederschmettern
3. συντρίβω (εχθρό, ελπίδες):
- συντρίβω
- vernichten
II. συντρίβομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. συντρίβομαι (αντικείμενο, αεροπλάνο):
- συντρίβομαι
- zerschellen
2. συντρίβομαι (για εχθρό, ελπίδες):
- συντρίβομαι
- vernichtet werden
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.