στο λεξικό PONS
ενοχή [ɛnɔˈçi] SUBST θηλ ΝΟΜ
- ενοχή
- Schuld θηλ
- αίσθημα ουδ ενοχής
- Schuldgefühl ουδ
- έννοια θηλ της ενοχής
- Schuldbegriff αρσ
- έχω ενοχές
- Schuldgefühle haben
- ενοχή γένους ΝΟΜ
- Gattungsschuld θηλ
- ενοχή εις ολόκληρον ΝΟΜ
- Gesamtschuld θηλ
- απόδειξη θηλ της ενοχής
- Schuldbeweis αρσ
- απόδειξη θηλ της ενοχής
- Schuldnachweis αρσ
- αποκλεισμός αρσ της ενοχής
- Schuldausschließung θηλ
- αρχή θηλ της ενοχής ΝΟΜ
- Schuldprinzip ουδ
- ιδιαίτερη βαρύτητα θηλ της ενοχής ΝΟΜ
- besondere Schwere θηλ der Schuld
- ομολογία θηλ ενοχής
- Schuldbekenntnis ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ενοχή γένους ΝΟΜ
- Gattungsschuld θηλ
- ομολόγησε την ενοχή του
- er hat seine Schuld gestanden
- ενοχή εις ολόκληρον ΝΟΜ
- Gesamtschuld θηλ