στο λεξικό PONS
μετ|αφέρω <-άφερα [ή -έφερα], -αφέρθηκα, -αφερμένος> [mɛtaˈfɛrɔ] VERB μεταβ
1. μεταφέρω (μετακομίζω):
- μεταφέρω
- befördern
2. μεταφέρω (μεταθέτω):
- μεταφέρω
- verlagern
- μεταφέρω σε άλλο λογαριασμό ΧΡΗΜΑΤΟΠ
- umbuchen
3. μεταφέρω (μεταφράζω, ηλεκτρικό ρεύμα):
- μεταφέρω
- übertragen
4. μεταφέρω (χαιρετισμούς):
- μεταφέρω
- ausrichten
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μεταφέρω σε άλλο λογαριασμό ΧΡΗΜΑΤΟΠ
- umbuchen