στο λεξικό PONS
επίδειξ|η <-εις> [ɛˈpiðiksi] SUBST θηλ
1. επίδειξη (νέου μηχανήματος κτλ):
- επίδειξη
- Vorführung θηλ
- επίδειξη
- Demonstration θηλ
2. επίδειξη (παρουσίαση για εντυπωσιασμό):
- επίδειξη
- Zurschaustellung θηλ
- το κάνει μόνο για επίδειξη
- er macht es nur zur Schau
3. επίδειξη (επίσημη παρουσίαση):
- επίδειξη
- Schau θηλ
- επίδειξη μόδας
- Modenschau θηλ
4. επίδειξη ΣΤΡΑΤ:
- επίδειξη
- Parade θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- επίδειξη μόδας
- Modenschau θηλ
- το κάνει μόνο για επίδειξη
- er macht es nur zur Schau