στο λεξικό PONS
διαπληκτί|ζομαι <-στηκα> [ðiaplikˈtizɔmɛ] VERB αυτοπ ρήμα
- διαπληκτίζομαι
- sich streiten
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- διάπλαση
- διαπλάσσω
- διαπλαστικός
- διάπλατα
- διάπλατος
- διαπληκτίζομαι
- διαπληκτισμός
- διαπλοκή
- διάπλους
- διαπνέομαι
- διαπνοή