στο λεξικό PONS
I. βρέχω <έβρεξα, βράχηκα, βρε(γ)μένος> [ˈvrɛxɔ] VERB μεταβ
1. βρέχω:
- βρέχω
- nass machen
ιδιωτισμοί:
- έχω κάποιον μη βρέξει και μη στάξει
- jdn verhätscheln
- τις βρέχω σε κάποιον
- jdm eine Tracht Prügel verpassen
- του τις έβρεξε (για καλά)
- er hat ihm eine (ordentliche) Tracht Prügel verpasst
- σταμάτα, γιατί θα σ' τις βρέξω
- hör auf, sonst kriegst du gleich ein paar (hinter die Ohren)
- ό, τι βρέξει ας κατεβάσει
- soll es kommen, wie es kommen mag
II. βρέχομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. βρέχομαι:
- βρέχομαι
- nass werden
- βρέχομαι ως το κόκκαλο
- klatschnass werden
2. βρέχομαι (από θάλασσα):
- βρέχομαι
- umspülen
- το νησί βρέχεται από τη θάλασσα
- die Insel wird vom Meer umspült
III. βρέχω <έβρεξα, βράχηκα, βρε(γ)μένος> [ˈvrɛxɔ] VERB απρόσ ρήμα
- βρέχει
- es regnet
- βρέχει με το τουλούμι
- es regnet in Strömen
- … αλλά αυτός, πέρα βρέχει
- aber ihn kümmert das nicht im geringsten
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- τις βρέχω σε κάποιον
- jdm eine Tracht Prügel verpassen
- βρέχω το λαρύγγι μου οικ μτφ
- sich δοτ einen hinter die Binde kippen