στο λεξικό PONS
ακατάλληλ|ος <-η, -ο> [akaˈtalilɔs] ΕΠΊΘ
1. ακατάλληλος (που δεν προσφέρεται για κάτι):
- ακατάλληλος για
- ungeeignet zu für
2. ακατάλληλος (ώρα, στιγμή):
- ακατάλληλος
- unpassend, ungelegen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.