στο λεξικό PONS
κομουνιστικ|ός <-ή, -ό> [kɔmunistiˈkɔs] ΕΠΊΘ
- κομουνιστικός
- kommunistisch
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- κόμμι
- κόμμωση
- κομμωτήριο
- κομμωτής
- κομμωτική
- κομουνιστικός
- κομπάζω
- κόμπακτ
- κομπάλιασμα
- κομπασμός
- κομπιάζω