στο λεξικό PONS
μασ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [maˈsɔ] VERB μεταβ
1. μασώ:
- μασώ
- kauen
- μασώ τα λόγια μου
- herumdrucksen
- δε μασώ τα λόγια μου
- kein Blatt vor den Mund nehmen
- τα μασώ κάτι τέτοια
- das kann ich mit links
- δεν τα μασάω εγώ αυτά
- das kannst du jemand anderem weismachen
- κάτι για να μασίσει το μυαλό οικ
- etwas, damit das Gehirn etwas zu tun bekommt
2. μασώ (τρώω):
- μασώ
- essen
- θα πάμε να μασήσουμε κάτι και μετά ερχόμαστε
- wir gehen kurz etwas essen, und dann kommen wir
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- τα μασώ κάτι τέτοια
- das kann ich mit links
- μασώ τα λόγια μου
- herumdrucksen
- δε μασώ τα λόγια μου
- kein Blatt vor den Mund nehmen