στο λεξικό PONS
I. καταχρ|ώμαι <-άστηκα> [kataˈxrɔmɛ] VERB αποθ ρήμα μεταβ (χρήματα)
- καταχρώμαι
- unterschlagen
II. καταχρ|ώμαι <-άστηκα> [kataˈxrɔmɛ] VERB αυτοπ ρήμα
- καταχρώμαι της εμπιστοσύνης κάποιου/του δικαιώματός μου
- jds Vertrauen/sein Recht missbrauchen
καταχρώμαι VERB
- καταχρώμαι
- ausnutzen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- καταχρώμαι την εμπιστοσύνη κάποιου
- jds Vertrauen missbrauchen
- καταχρώμαι της εμπιστοσύνης κάποιου/του δικαιώματός μου
- jds Vertrauen/sein Recht missbrauchen