στο λεξικό PONS
εξοπλισμός [ɛksɔplizˈmɔs] SUBST αρσ
1. εξοπλισμός (εφοδιασμός με όπλα):
- εξοπλισμός
- Bewaffnung θηλ
- εξοπλισμός
- Ausrüstung θηλ
2. εξοπλισμός μτφ (με μηχανήματα):
- εξοπλισμός
- Ausrüstung θηλ
- βιομηχανικός εξοπλισμός
- Industrieausrüstung θηλ
- αγαθά ουδ πλ βιομηχανικού εξοπλισμού
- Ausrüstungsgüter ουδ πλ
- γεωργικός εξοπλισμός
- landwirtschaftliche Ausrüstung θηλ
- γεωργικός εξοπλισμός (μηχανήματα)
- Landmaschinen θηλ πλ
3. εξοπλισμός μτφ (με μηχανήματα, έπιπλα και άλλα):
- εξοπλισμός
- Ausstattung θηλ
- εξοπλισμός γραφείου
- Büroausstattung θηλ
- εξοπλισμός μπάνιου
- Badausstattung θηλ
4. εξοπλισμός (αξεσουάρ):
- προαιρετικός εξοπλισμός
- Zubehör ουδ ενικ
- … είναι διαθέσιμο ως προαιρετικός εξοπλισμός
- … ist als Zubehör erhältlich
5. εξοπλισμός (κατάρτιση στρατιωτικών δυνάμεων):
- εξοπλισμός
- Rüstung θηλ
- περιορισμός αρσ των εξοπλισμών
- Rüstungsbegrenzung θηλ
6. εξοπλισμός (αύξηση στρατιωτικών δυνάμεων):
- εξοπλισμός
- Aufrüstung θηλ
- ο ανταγωνισμός αρσ των εξοπλισμών
- das Wettrüsten ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εξοπλισμός αρσ κατασκήνωσης
- Campingausrüstung θηλ
- γεωργικός εξοπλισμός
- landwirtschaftliche Ausrüstung θηλ
- εξοπλισμός γραφείου
- Büroausstattung θηλ
- εξοπλισμός μπάνιου
- Badausstattung θηλ
- προαιρετικός εξοπλισμός
- Zubehör ουδ ενικ