στο λεξικό PONS
συνέντευξ|η <-εις> [siˈnɛndɛfksi] SUBST θηλ
- συνέντευξη
- Interview ουδ
- συνέντευξη τύπου
- Pressekonferenz θηλ
συνέντευξη SUBST
- παίρνω συνέντευξη από κάποιον
- jemanden interviewen
συνέντευξη SUBST
- δίνω συνέντευξη σε κάποιον
- jdm ein Interview geben
συνέντευξη SUBST
- διακαναλική συνέντευξη θηλ
- TV-Interview ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- συνέντευξη τύπου
- Pressekonferenz θηλ