στο λεξικό PONS
στόμα [ˈstɔma] SUBST ουδ
- στόμα
- Mund αρσ
- δεν άνοιξε το στόμα (του) (δεν είπε τίποτα)
- er hat den Mund nicht aufgetan
- όταν τ' άκουσε έμεινε με ανοιχτό το στόμα
- als er/sie es hörte, stand er/sie mit offenem Mund da
- από το στόμα μου την πήρες (τη λέξη)
- du hast mir das Wort aus dem Mund genommen
- στο στόμα μου το έχω
- es liegt mir auf der Zunge
- ράψε το στόμα σου!
- kein Wort (davon)!
- στόμα έχει και μιλιά δεν έχει
- er/sie sagt überhaupt nichts
- μπαίνω στο στόμα του λύκου
- sich in die Höhle des Löwen begeben/wagen
- έχω άσχημο στόμα
- ein böses Maul haben
- βάζω κάποιον στο στόμα μου
- über jdn herziehen
- βουλώνω κάποιου το στόμα
- jdm den Mund stopfen
- βούλωσ' το (στόμα σου)! χυδ
- halt's Maul!
- κλείσε το στόμα σου εσύ!
- halt du den Mund!
στόμα SUBST
- απύλωτο στόμα ουδ
- loses Maul ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βουλώνω το στόμα κάποιου (μέτριο ύφος)
- jdn zum Schweigen bringen
- ράψε το στόμα σου!
- kein Wort (davon)!
- βουλώνω κάποιου το στόμα
- jdm den Mund stopfen
- βούλωσ' το (στόμα σου)! χυδ
- halt's Maul!
- μένω με ανοιχτό στόμα
- mit offenem Mund dastehen