στο λεξικό PONS
I. εμπλουτί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ɛmbluˈtizɔ] VERB μεταβ
1. εμπλουτίζω (με ορισμένα συστατικά):
- εμπλουτίζω με
- anreichern mit
- εμπλουτισμένο ουράνιο
- angereichertes Uran ουδ
2. εμπλουτίζω (διευρύνω: εμπειρίες):
- εμπλουτίζω
- bereichern
II. εμπλουτίζομαι VERB αυτοπ ρήμα (γίνομαι πιο περιεκτικός)
- εμπλουτίζομαι
- bereichert werden
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.