στο λεξικό PONS
I. δι|αψεύδω <-έψευσα, -αψεύστηκα, -αψευσμένος> [ðiaˈpsɛvðɔ] VERB μεταβ
1. διαψεύδω (ισχυρίζομαι ότι κάτι είναι αναληθές):
- διαψεύδω
- bestreiten
2. διαψεύδω (δημόσια):
- διαψεύδω
- dementieren
II. διαψεύδομαι VERB αυτοπ ρήμα (αποδείχνομαι αναληθής)
- διαψεύδομαι
- sich als falsch erweisen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- διαψεύδω τις ελπίδες κάποιου
- jds Hoffnungen enttäuschen
- κερδίζω/έχω/διαψεύδω την εμπιστοσύνη κάποιου
- jds Vertrauen gewinnen/besitzen/enttäuschen