στο λεξικό PONS
I. βλαστημ|ώ <-άς, -ησα> [vlastiˈmɔ] VERB μεταβ (κάποιον, κάτι)
- βλαστημώ
- verfluchen
II. βλαστημ|ώ <-άς, -ησα> [vlastiˈmɔ] VERB αμετάβ (λέω βρισιές)
- βλαστημώ
- fluchen
- βλαστημώ σαν βαρκάρης
- wie ein Fuhrmann fluchen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βλαστημώ σαν βαρκάρης
- wie ein Fuhrmann fluchen