στο λεξικό PONS
ομιχλώδ|ης <-ης, -ες> [ɔmiˈxlɔðis] ΕΠΊΘ
- ομιχλώδης
- neblig, Nebel-
- ομιχλώδης καιρός
- nebliges Wetter ουδ
- ομιχλώδης καιρός
- Nebelwetter ουδ
- ομιχλώδης έρημος
- Nebelwüste θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ομιχλώδης καιρός
- nebliges Wetter ουδ
- ομιχλώδης έρημος
- Nebelwüste θηλ