στο λεξικό PONS
αβέβαι|ος <-η, -ο> [aˈvɛvɛɔs] ΕΠΊΘ
- αβέβαιος
- unsicher, ungewiss
- είμαι αβέβαιος για κάτι
- sich δοτ über etw im Ungewissen sein
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είμαι αβέβαιος για κάτι
- sich δοτ über etw im Ungewissen sein