στο λεξικό PONS
υποχρεωτικ|ός <-ή, -ό> [ipɔxrɛɔtiˈkɔs] ΕΠΊΘ
- υποχρεωτικός
- obligatorisch, Pflicht-
- μη υποχρεωτικός
- nicht obligatorisch
- υποχρεωτική χρήση θηλ μάσκας
- Maskenpflicht θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- υποχρεωτικός απόσβεσης
- abschreibungspflichtig
- μη υποχρεωτικός
- nicht obligatorisch