στο λεξικό PONS
συμβουλή [siɱvuˈli] SUBST θηλ
- συμβουλή
- Rat αρσ
- συμβουλή
- Ratschlag αρσ
- δίνω μια συμβουλή σε κάποιον
- jdm einen Rat geben
- ακολουθώ τις συμβουλές κάποιου
- jds Rat/Ratschläge befolgen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- επενδυτική συμβουλή
- Anlagetipp αρσ
- δίνω μια συμβουλή σε κάποιον
- jdm einen Rat geben
- ζητώ τη συμβουλή/βοήθεια κάποιου
- jdn um Rat/Hilfe bitten
- άκουε γέρου συμβουλή και παιδεμένου γνώμη παροιμ
- höre auf den Rat der Alten