στο λεξικό PONS
προσοχή [prɔsɔˈçi] SUBST θηλ
1. προσοχή (προσήλωση):
- προσοχή
- Aufmerksamkeit θηλ
- δε δίνω προσοχή (δεν παρακολουθώ τα λόγια κάποιου)
- nicht zuhören
- ακούω με προσοχή
- aufmerksam zuhören
- δε δίνω προσοχή στις συμβουλές κάποιου
- jds Rat δοτ keine Beachtung schenken
2. προσοχή (προφύλαξη):
- προσοχή
- Vorsicht θηλ
- με (μεγάλη) προσοχή
- mit (großer) Vorsicht/(sehr) vorsichtig
- προσοχή! (πρόσεχε)
- Vorsicht!
- προσοχή! (ακούστε)
- Achtung!
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- προσοχή! (πρόσεχε)
- Vorsicht!
- δίνω προσοχή σε κάτι
- auf etw αιτ Acht geben
- αυτό χρειάζεται πολλή προσοχή
- hier ist viel Vorsicht geboten
- προσελκύω την προσοχή κάποιου
- jds Aufmerksamkeit auf sich ziehen
- τραβώ την προσοχή κάποιου
- jds Aufmerksamkeit auf sich ziehen