στο λεξικό PONS
I. φίλ|ος <-η, -ο> [ˈfilɔs] ΕΠΊΘ
1. φίλος (αγαπητός):
- φίλος
- lieb
2. φίλος (που είναι φίλος):
- φίλος
- befreundet
II. φίλ|ος <-η, -ο> [ˈfilɔs] SUBST αρσ/θηλ
- φίλος
- Freund(in) αρσ (θηλ)
- έγιναν φίλοι
- sie sind Freunde geworden
- κάνω φίλους
- Freunde finden
- ο καλός φίλος στην ανάγκη φαίνεται παροιμ
- Freunde in der Not gehen hundert/tausend auf ein Lot
- άσπονδος φίλος
- falscher Freund
- οικογενειακός φίλος
- Familienfreund αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- οικογενειακός φίλος
- Familienfreund αρσ
- επιστήθιος φίλος
- Busenfreund αρσ
- άσπονδος φίλος
- falscher Freund
- οικιακός φίλος
- Freund αρσ des Hauses
- ο δήθεν φίλος του
- sein angeblicher Freund